Το Ιστορικό Υπόβαθρο των Νέων Βαλκανικών Πολέμων

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΥΤΟΥΣΗΣ - [Αύγουστος 1993]

Περίληψη


Αν και η προσοχή πολλών μέσων ενημέρωσης έχει στραφεί προς τις συγκρούσεις που συντελούνται στην πρώην Γιουγκοσλαβία, οι ιστορικές καταβολές που οδήγησαν σε αυτές δεν έχουν γίνει ευρύτερα κατανοητές. Εντούτοις, η αποστροφή που νιώθει αυθόρμητα ο δυτικός κόσμος για τις θηριωδίες που διαπράττονται, μπορεί να δώσει τη θέση της στη γνώση, όταν γίνουν γνωστές οι ιστορικές ρίζες των ισχυρών προκαταλήψεων που έχουν εισχωρήσει στη νοοτροπία των βαλκανικών λαών. Η διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον τέταρτο αιώνα έσπειρε τη διχόνοια μεταξύ της Καθολικής Δύσης και της Ορθόδοξης Ανατολής. Η μακραίωνη κατοχή της περιοχής από τους Οθωμανούς Τούρκους γέννησε μια βαθιά αντιπάθεια ανάμεσα (κυρίως) στους Ορθόδοξους Σέρβους και στους Μουσουλμάνους. Η τεχνητή συνένωση των διαφορετικών Σλαβικών λαών του Νότου σε μια μοναρχία στην οποία κυριαρχούσαν ουσιαστικά οι Σέρβοι, όξυνε τις αντιθέσεις. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η κροατική ναζιστική κυβέρνηση διέπραξε φριχτά εγκλήματα, κυρίως εναντίον των άλλων σλαβικών λαών. Στη συνέχεια, η κομμουνιστική διακυβέρνηση του Τίτο περιόρισε τις υποβόσκουσες εθνικιστικές αντιθέσεις, αλλά δεν μπόρεσε να δώσει μια ικανοποιητική λύση. Τέλος, οι αποσπασματικές και εγωκεντρικές προσπάθειες σχηματισμού κρατών-εθνών σε περιοχές που συγκατοικούν διαφορετικοί λαοί, επιτάχυναν τις σημερινές συγκρούσεις. Προτείνουμε ότι αποτέλεσμα (και αιτία) αυτής της μακραίωνης και αιματηρής ιστορικής διαδρομής είναι η πεποίθηση της πλειοψηφίας καθενός απ' τους λαούς που εμπλέκονται στην κρίση στο ότι οι γύρω λαοί είναι βασικά κακής πίστεως. Η δυσπιστία αυτή καθιστά την ένοπλη «άμυνα» να μοιάζει σαν μια λογική αντίδραση και δικαιολογεί τη βία ενάντια στους εχθρούς που ενσαρκώνουν το «κακό», βία την οποία κάθε ανεξάρτητος παρατηρητής θα θεωρούσε ως αδικαιολόγητη βαρβαρότητα.
 

Λέξεις- κλειδιά

Σύγκρουση    Κροατία    Γιουγκοσλαβία    Βοσνία-Ερζεγοβίνη    Σερβία
 

Εισαγωγή

Το άρθρο αυτό παρουσιάζει το βασικό ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο πόλεμος που ακόμα συνεχίζεται στις περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αποτελεί μια προσπάθεια να διευκρινιστούν μερικές από τις αιτίες της σύγκρουσης και να περιγραφούν μερικά από τα εγκλήματα και τα τραύματα του παρελθόντος, τα οποία είναι σημαντικά για την κατανόηση της σημερινής κατάστασης. Αυτά αποτελούν εν μέρει το εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και τραγικό ιστορικό υπόβαθρο που ωθεί τους ανθρώπους να προκαλούν τέτοιες συμφορές σε συνανθρώπους τους - το ίδιο υπόβαθρο που καθορίζει την εθνική ταυτότητα των Βόσνιων, των Σέρβων και των Κροατών.

Προειδοποιούμε τον αναγνώστη ότι στην εξιστόρηση της γιουγκοσλαβικής τραγωδίας που ακολουθεί, τα γεγονότα δεν είναι απαλλαγμένα από ερμηνείες, κάτι που ισχύει άλλωστε και για όλες τις ιστορικές αναλύσεις. Μοναδική φιλοδοξία του άρθρου αυτού είναι να αποτελέσει μια απλοποιημένη εισαγωγή στα γεγονότα. Επιπλέον, αν και αναλύει ορισμένους παράγοντες που προκαλούν τις συγκρούσεις, το άρθρο δεν ισχυρίζεται ότι εξηγεί τον πόλεμο, υπό την έννοια της διεξοδικής ανάλυσης των αιτίων του.
 

Το Γιουγκοσλαβικό Κράτος: μια τεχνητή συνένωση

Από το 1920 που δημιουργήθηκε, το κράτος της Γιουγκοσλαβίας αποτελεί ένα τεχνητό κατασκεύασμα. Το 1917 η Σερβία, η οποία είχε ταχθεί στο πλευρό των δυνάμεων που κέρδισαν το Μεγάλο Πόλεμο, ενώθηκε με τη Σλοβενία και την Κροατία. Διακήρυσσε τότε την ανάγκη ίδρυσης ενός Βασιλείου των Νοτίων (Γιουγκο-) Σλάβων πάνω στα ερείπια της ηττημένης Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Έτσι δημιουργήθηκε η Γιουγκοσλαβία, που ονομαζόταν επίσημα «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Όμως, οι εντάσεις που επρόκειτο να συγκλονίσουν το νέο κράτος καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορικής του διαδρομής, υπήρχαν ήδη σε λανθάνουσα μορφή. Ο ιστορικός Ferdinand Schevill παρατηρεί στην Ιστορία της Βαλκανικής Χερσονήσου που έγραψε στη δεκαετία του 1920: «Η περιοχή [της Γιουγκοσλαβίας] με όχι λιγότερα από έξι κράτη με κακές διαθέσεις, δίνει την εντύπωση ότι το νέο κράτος ήταν από τις πιο αδύναμες οντότητες που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο. Σοβαρά εσωτερικά προβλήματα προστέθηκαν στις υπάρχουσες δυσκολίες. Η συγκεντρωτική μοναρχία που επιθυμούσαν οι Σέρβοι δεν ήταν αρεστή στους Σλοβένους και στους Κροάτες ». Παρά τα προβλήματα αυτά, εγκαθιδρύθηκε μια συγκεντρωτική μοναρχία για να διοικήσει τους τρεις λαούς, οι οποίοι παρά το γεγονός ότι είχαν φυλετική συγγένεια, δεν είχαν ενωθεί ποτέ στο παρελθόν. Τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας επεκτάθηκαν επίσης για να συμπεριλάβουν τις περιοχές των Μουσουλμάνων της Βοσνίας, των Σλάβων της Μακεδονίας στο νότο, και των κατοίκων του Μαυροβουνίου στη Δύση, καθώς επίσης και τμήματα ουγγρικών και γερμανικών μειονοτήτων στο Βορρά. Η βασιλική οικογένεια της Σερβίας κυβερνούσε όλους αυτούς λαούς, αλλά οι αντιθέσεις τους βγήκαν ήδη στην επιφάνεια το 1934, όταν ο βασιλιάς δολοφονήθηκε από Κροάτες εξτρεμιστές.
 

Οι ρίζες των διαιρέσεων

Στα Βαλκάνια εγκαταστάθηκαν πρώτα οι Σέρβοι, κατά τη διάρκεια του έβδομου αιώνα μ.Χ., και από αυτούς προήλθαν σταδιακά όλοι οι λαοί που πολεμούν στις μέρες μας ο ένας τον άλλο. Πως προέκυψαν οι βαθιές αυτές διαφορές; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σχετικά απλή. Προτού πεθάνει, το 395 μ.Χ. ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Θεοδόσιος χάραξε, ουσιαστικά, μια γραμμή από Βορρά προς Νότο στο μέσο της περιοχής της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας. Στη Δύση, η δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν παρέμεινε για πολύ καιρό ακαίρεη, αλλά η θρησκευτική και πολιτιστική επιρροή της Ρώμης παρέμεινε από τότε ισχυρή. Οι ανατολικές περιοχές, περιλαμβάνοντας και εκείνες στις οποίες εγκαταστάθηκαν αργότερα οι Σέρβοι, περιήλθαν στην ισχυρή Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για περισσότερο από 1.000 χρόνια κυριαρχούσε η ανατολική εκκλησία, που αργότερα ονομάστηκε Ορθόδοξη Εκκλησία. Το 1504 το σχίσμα ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσδιόρισε ακόμα πιό έντονα τα όρια μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα στους Καθολικούς Κροάτες και στους Ορθόδοξους Σέρβους. Οι θρησκευτικές ταυτότητες εξηγούν ακόμα και τις σημερινές διεθνείς συμπάθειες: δεν είναι σύμπτωση που ο μόνος σύμμαχος της Σερβίας κατά τη διάρκεια της σημερινής σύγκρουσης είναι η Ορθόδοξη Ελλάδα, ενώ η Κροατία βρήκε περισσότερη συμπάθεια απ' ότι ίσως της άξιζε στις χώρες της Δύσης.
 

Ο ρόλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η Σερβία ήταν ένα ανεξάρτητο Βασίλειο μέχρι το δέκατο τέταρτο αιώνα, όταν δέχτηκε την επίθεση της επεκτατικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Σουλτάνου Μουράτ. Τα χριστιανικά και μουσουλμανικά στρατεύματα συγκρούστηκαν στην τραγική μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Ο Σέρβος Βασιλιάς αλλά και ο Σουλτάνος σκοτώθηκαν, τελικά όμως επικράτησαν οι Τούρκοι. Η μάχη αυτή δεν αποτέλεσε απλά το ιστορικό ορόσημο της μουσουλμανικής κυριαρχίας επί των ορθοδόξων, έγινε επίσης και ένα πολύ ισχυρό σύμβολο για τους Σέρβους, ο Γολγοθάς του έθνους τους. Υπάρχουν αμέτρητα λαϊκά τραγούδια και μύθοι που εξιστορούν τις ηρωικές πράξεις της μάχης αυτής, και η επέτειός της γιορτάζεται από τους Σέρβους ως η ιερότερη του έθνους τους.
Οι Οθωμανοί κατείχαν τη Σερβία μέχρι τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Τότε, η εξέγερση των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους έδωσε την ευκαιρία και στους Σέρβους να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους. Η μακρά περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας κατέληξε, πιστεύω, στην ταύτιση της λέξης «μουσουλμάνος» με το «κακό» στην παράδοση πολλών Ορθόδοξων λαών μέχρι τις μέρες μας (αντίληψη που εκφράστηκε, για παράδειγμα, στο λαϊκό τύπο της Ελλάδας). Αυτό εξηγεί γιατί, κατά τη διάρκεια της σημερινής σύγκρουσης, πολλοί Βόσνιοι Σέρβοι πίστεψαν εύκολα τη σερβική προπαγάνδα ότι οι Μουσουλμάνοι ετοιμάζονταν να τους εξολοθρεύσουν, οπότε έπρεπε να χτυπήσουν εκείνοι πρώτοι.

Η δημιουργία της ατίθασης σερβικής εθνικής ταυτότητας κάτω από τον τουρκικό ζυγό συνοδεύτηκε από μεταναστεύσεις σε περιοχές όπου ζούσαν Καθολικοί. Για μια ακόμη φορά υπάρχει ένας ιστορικός λόγος γι' αυτό: μέχρι τον 17ο αιώνα τα ανατολικά σύνορα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας ήταν εκεί όπου τελείωνε η Δύση και άρχιζε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Αυστροούγγροι συχνά χρησιμοποιούσαν τους Σέρβους στους πολέμους τους εναντίον των Τούρκων και σε αντάλλαγμα προσέφεραν προστασία και ασφαλές καταφύγιο σε εκείνους που έφευγαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους. Οι Σέρβοι που εγκαταστάθηκαν κατά μήκος των Στρατιωτικών Συνόρων (της Αυστροουγγαρίας), κυρίως στα εδάφη που ανήκουν τώρα στην Κροατία, ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τις πολεμικές επιχειρήσεις. Αργότερα ανέπτυξαν μια «κουλτούρα των όπλων», και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έγιναν οι πιο αδιάλλακτοι αντίπαλοι του κροατικού εθνικισμού μέσα στην Κροατία.

Ποια είναι η καταγωγή των Μουσουλμάνων της Βοσνίας; Φυλετικά είναι Σλάβοι, οι οποίοι την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ. Κατ' αυτό τον τρόπο εξασφάλισαν διάφορα προνόμια. Μέχρι το 1800 περίπου αρκετοί από αυτούς είχαν γίνει κάτοχοι γης. Ενώ αρκετοί άλλοι λαοί προσπαθούσαν να δημιουργήσουν έθνη-κράτη, οι μουσουλμάνοι Σλάβοι δεν είχαν κανένα λόγο να επιθυμούν κάτι τέτοιο, και έτσι έγιναν μια από τις λιγότερο εθνικά συμπαγείς ομάδες στη Γιουγκοσλαβία.
 

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Συνεργασία των Κροατών με τους Ναζί

Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου οι Ναζί κατέλαβαν τη Γιουγκοσλαβία. Εγκαθιδρύθηκε ένα δήθεν «Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας» το οποίο συνεργαζόταν πλήρως με τους Ναζί. Τα κροατικά φασιστικά στρατεύματα, οι Ουστάσι, επέδειξαν πρωτοφανή αγριότητα. Οι Κροάτες δημιούργησαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία πολλοί αθώοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, 200.000 Σέρβοι, Εβραίοι, Τσιγγάνοι, καθώς και μέλη της κροατικής αντιπολίτευσης πέθαναν στο φριχτό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Γιασένοβατς. Από τότε οι Σέρβοι ταύτισαν τον κροατικό εθνικισμό με το ναζισμό. Τα μίση που γεννήθηκαν εκείνη την εποχή παίζουν έναν σημαντικό ρόλο στη σημερινή σύγκρουση.
Οι Κροάτες δεν προσπάθησαν να γιατρέψουν τις πληγές που άνοιξε ο πόλεμος. Ποτέ δεν ζήτησαν συγγνώμη δημόσια για τις ωμότητες που διαπράχθηκαν στο όνομά τους, ούτε και μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους το 1991. Και σήμερα υπάρχουν στρατιώτες που φέρουν τα χρώματα των Ουστάσι, ένας σκληρός πυρήνας των οποίων έφτασε στο σημείο να γιορτάσει την επέτειο εγκαθίδρυσης του φασιστικού κροατικού κράτους.

Οι αντάρτες του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο (ενός Κροάτη!), στο εσωτερικό των οποίων κυριαρχούσαν οι Σέρβοι, προέβαλλαν αντίσταση ενάντια στους Ναζί και έδωσαν τη δυνατότητα στον Τίτο να καταλάβει την εξουσία μετά από το τέλος του πολέμου. Οι αντάρτες που πολεμούσαν τους Γερμανούς είχαν τις βάσεις τους στις ορεινές περιοχές. Η επιτυχία του αντάρτικου ώθησε τον Τίτο, ο οποίος ήταν ανεξάρτητος κομμουνιστής, να οργανώσει ένας κράτος ικανό να διεξάγει αντάρτικο αγώνα εναντίον των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, σε περίπτωση που αυτά προσπαθούσαν να τον υποτάξουν με τη βία. Ο Τίτο εξόπλισε τη Γιουγκοσλαβία και τοποθέτησε τις βιομηχανίες οπλισμού στις κεντρικές, ορεινές περιοχές, κυρίως στη Βοσνία, μακριά από την ευάλωτη περιφέρεια. Η Γιουγκοσλαβία μετατράπηκε έτσι σε ένα βαριά εξοπλισμένο κράτος, έτοιμο για τη διεξαγωγή αντάρτικου αγώνα, και η Βοσνία έγινε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας.

Ο λαός της Βοσνίας άρχιίσε να αποκτά εθνική συνείδηση κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όταν η Γιουγκοσλαβία ήταν βασίλειο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου μερικοί Μουσουλμάνοι εντάχθηκαν στην αντίσταση, αλλά η πλειοψηφία τους συνεργάστηκε με τους Κροάτες φασίστες.
 

Η Ενωμένη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και οι υποβόσκουσες εθνικιστικές διαμάχες

Ο Τίτο γνώριζε καλά την ύπαρξη των εθνικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας. Ακόμα και πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε συνειδητοποιήσει ότι η αρχή του «έθνους-κράτους» ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί σε μια περιοχή όπου διαφορετικοί λαοί κατοικούσαν στα ίδια εδάφη και όπου τα τραύματα της ιστορίας ήταν τόσο πρόσφατα στη μνήμη τους. Η ιδέα του «Γιουγκοσλαβισμού», δηλαδή του ομοσπονδιακού κράτους, γεννήθηκε σαν μια εναλλακτική λύση στο έθνος-κράτος. Η ιδέα αυτή προήλθε από τις τάξεις των φιλελεύθερων, μορφωμένων Σέρβων και Κροατών. Ωστόσο, ποτέ δεν εφαρμόστηκε σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο μετά την αυταρχική μοναρχία και τη διαιρετική περίοδο της γερμανικής κατοχής. Ο Τίτο προσπάθησε να εγκαθιδρύσει το ομοσπονδιακό κράτος με μεθόδους κομμουνιστικής καταπίεσης. Εντούτοις, ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα, οι Σέρβοι, ως η μεγαλύτερη εθνική ομάδα στην Γιουγκοσλαβία, ήταν πάντοτε σε θέση να ελέγχουν την πολιτική του ομοσπονδιακού κράτους. Αν και ο Τίτο κατέβαλλε σκληρές προσπάθειες να μην μετατραπεί η ομοσπονδία σε μια ευρύτερη κομμουνιστική Σερβία, δεν μπόρεσε να αποφύγει την υπερ-εκπροσώπηση των Σέρβων σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής.
Ο Τίτο έκανε ότι μπορούσε για να καταπνίξει το εθνικιστικό πνεύμα χωρίς να μεροληπτεί. Οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής του κομμουνιστικού κράτους με εθνικιστικά κίνητρα επέσυρε αυστηρή τιμωρία. Ταυτόχρονα, εθνικιστές αντιτιθέμενων ιδεολογιών συχνά «ανακαλύπτονταν» (ή επινοούνταν) και τιμωρούνταν με παρόμοιο τρόπο.

Η Γιουγκοσλαβική ιδεολογία δεν επιβλήθηκε όμως μόνο από τον Τίτο. Στο σημείο αυτό βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα διάσταση των σημερινών συγκρούσεων - την αντίθεση ανάμεσα στις πόλεις και στην επαρχία. Στις πόλεις, ο περισσότερο μορφωμένος πληθυσμός υιοθετούσε με προθυμία τα Γιουγκοσλαβικά ιδεώδη, και το Σεράγεβο οπωσδήποτε δεν ήταν η μόνη πόλη όπου διαφορετικές εθνικές ομάδες συμβίωναν αρμονικά. Οι νέοι Βαλκανικοί πόλεμοι ξεκίνησαν στην επαρχία, όπου ο πληθυσμός ήταν λιγότερο μορφωμένος και οι εθνικές ταυτότητες ισχυρές.
 

Η επίσπευση του πολέμου: Η πολιτική του Μιλόσεβιτς και οι ενέργειες Κροατών και Σλοβένων

Λίγοι είναι οι άνθρωποι στη Δύση που δεν έχουν ακούσει τίποτα για τον Μιλόσεβιτς. Ο «ισχυρός άντρας» της Σερβίας ανέβηκε σε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά συνειδητοποίησε, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ότι η εθνικιστική ιδεολογία θα τον εξυπηρετούσε καλύτερα στην επίτευξη των στόχων του για παραμονή στην εξουσία. Μετεξελίχθηκε λοιπόν σε λαϊκιστή ηγέτη και ήταν ο πρώτος που εκμεταλλεύτηκε τις εντάσεις ανάμεσα στις εθνικές μειονότητες που συγκλόνιζαν τη Γιουγκοσλαβία. Είναι ο ηγέτης της Σερβίας από την αρχή της σημερινής σύγκρουσης. Ελέγχει την αστυνομία, τον παλιό ομοσπονδιακό Γιουγκοσλαβικό στρατό και, το σημαντικότερο ίσως απ' όλα, τη σερβική εθνοφρουρά. Η Δύση έλπιζε ότι θα έχανε τις προεδρικές εκλογές που έγιναν πρόσφατα (Δεκέμβριος 1992) στη Σερβία. Εν τούτοις βγήκε νικητής από τις εκλογές αυτές (στις οποίες φαίνεται ότι έγινε νοθεία μικρής μόνο έκτασης !) με μεγάλη πλειοψηφία. Είχε καταφέρει να πείσει τους Σέρβους, εν μέρει μέσω μιας επιτυχημένης προπαγανδιστικής εκστρατείας, ότι ο ιερός αγώνας τους εναντίον όλου του υπόλοιπου κόσμου όχι μόνο δεν ήταν πράξη επιθετική αλλά ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν ως έθνος. Ωστόσο, πολλοί πιστεύουν ότι οι πιέσεις της Δύσης προς τη Σερβία, αντί να ενισχύσουν τη μετριοπαθή αντιπολίτευση, δημιούργησαν στο λαό της την εικόνα μιας «Σερβίας-φρουρίου» που αμύνεται σε εξωτερικές επιθέσεις. Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να περιγράψουμε τις πολλές άλλες πολιτικές δυνάμεις της Σερβίας, μερικές από τις οποίες πολύ πιο λογικές, ενώ άλλες χειρότερες και από τον Μιλόσεβιτς.

Αν και η κυβέρνηση Μιλόσεβιτς, προβαίνοντας σε επιθετικές ενέργειες και παραπλανώντας τον ίδιο τον λαό της, φαίνεται ότι είναι υπεύθυνη για τις περισσότερες από τις σημερινές συγκρούσεις, και οι Κροάτες επίσης φέρουν μέρος της ευθύνης. Μετά από την διάλυση του κομμουνιστικού κράτους το 1990, η κροατική κυβέρνηση του Φράνιο Τούντζμαν έσπευσε να πραγματοποιήσει το όνειρό της για ένα κυρίαρχο, ανεξάρτητο κροατικό κράτος. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όχι μόνο ζούσαν αρκετοί Σέρβοι στην Κροατία, αλλά υπερ-εκπροσωπούνταν στο δημόσιο τομέα. Οι Κροάτες λοιπόν, διακατεχόμενοι από εθνικιστικό πάθος, αποφάσισαν να εκδιώξουν πολλούς Σέρβους από τις δουλειές τους και προσπάθησαν επίσης να τους αφομοιώσουν πολιτιστικά και διοικητικά. Αυτή ήταν μια λανθασμένη ενέργεια, γιατί εξώθησε μέρος του σερβικού πληθυσμού της Κροατίας στη σύγκρουση και επίσης, το χειρότερο απ' όλα, έδωσε στον Μιλόσεβιτς το κατάλληλο πρόσχημα για να ξεκινήσει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο στις περιοχές που αποτελούσαν ακόμα τη Γιουγκοσλαβία.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι, αν και ήταν απολύτως νόμιμα τα αιτήματά τους για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, η Σλοβενία πρώτα και αργότερα η Κροατία δεν θα έπρεπε να βιαστούν τόσο πολύ για διακηρύξουν την ανεξαρτησία τους. Κάνοντάς το αυτό, επέσπευσαν την διάλυση του ομοσπονδιακού κράτους πριν να έχει ρυθμιστεί το ζήτημα των μειονοτήτων και γενικότερα πριν να έχουν δημιουργηθεί εναλλακτικές δομές που θα εξασφάλιζαν την ειρηνική συμβίωση των Σλάβων του Νότου. Τα κράτη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδιαίτερα η Γερμανία φέρουν επίσης ευθύνη, εφόσον δεν αντελήφθησαν ότι η λύση του προβλήματος με την ανεξαρτητοποίηση σε έθνη-κράτη όλων των οντοτήτων της Γιουγκοσλαβίας δεν θα ήταν εφικτή.

Λίγα πράγματα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα για την εξέλιξη της κατάστασης στη Βοσνία Ερζεγοβίνη προτού ξεκινήσει ο πόλεμος. Ίσως να μην υπάρχουν και τόσα που να πρέπει να αναφερθούν. Η πολιτική σκηνή της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, στην οποία κατοικούν Καθολικοί, Ορθόδοξοι και φυσικά Μουσουλμάνοι ήταν οργανωμένη γύρω απο εθνικιστικές ιδεολογίες. Αλλά και πάλι, οι εθνικιστικές εντάσεις ήταν κατά πολύ μικρότερες από εκείνες που δημιουργήθηκαν πρωτύτερα στις εθνικές κοινότητες των Σέρβων της Κροατίας. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου τους, πίστευε ακόμα και στα τέλη του 1991 ότι ο πόλεμος δε θα εξαπλωνόταν εκεί.
 

Από το 1991 μέχρι το 1993: Ο πόλεμος και οι προσπάθειες ειρήνευσης των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

Η λεπτομερής περιγραφή του πολέμου δεν είναι μέσα στις προθέσεις του άρθρου αυτού. Παραθέτουμε μόνο τα βασικά σημεία.
Λίγες μέρες μετά από την ταυτόχρονη σχεδόν διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους, η Κροατία και η Σλοβενία ενεπλάκησαν στον πόλεμο. Ο Γιουγκοσλαβικός Ομοσπονδιακός Στρατός (ΓΟΣ) επιχείρησε να εμποδίσει την απόσχιση της Σλοβενίας, καταλαμβάνοντας μεθοριακές περιοχές του κράτους που μόλις είχε συγκροτηθεί. Ο πόλεμος αυτός δεν επεκτάθηκε και διήρκεσε μόνο δέκα ημέρες. Ο ΓΟΣ αποσύρθηκε μετά την υπογραφή της «συμφωνίας Μπριόνι» οι διαπραγματεύσεις της οποίας έγιναν από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Στην Κροατία, ο πόλεμος ξεκίνησε όταν παραστρατιωτικές ομάδες των Σέρβων της Κροατίας συγκρούστηκαν σε πολλά σημεία της επαρχίας με την τοπική αστυνομία και την Εθνική Φρουρά.

Ο πόλεμος στην Κροατία σύντομα έλαβε μεγάλες διαστάσεις και χαρακτηρίστηκε από παράλογες πράξεις βίας και φρικαλεότητες. Ο ΓΟΣ αρχικά επενέβαινε περισσότερο σαν μια δύναμη διατήρησης της ειρήνης παρά σαν εμπόλεμη δύναμη, σώζοντας αρκετές ζωές αλλά και επίσης κατοχυρώνοντας τα πρώτα εδαφικά κέρδη των Σέρβων. Σε μερικές περιοχές όμως, ο ΓΟΣ και οι σερβικές παραστρατιωτικές οργανώσεις συνεργάζονταν στενά. Ο πόλεμος κράτησε μήνες και πόλεις όπως το Βούκοβαρ, στη κροατική περιοχή της Σλοβενίας την οποία εποφθαλμιούσαν ιδιαίτερα οι Σέρβοι, ερειπώθηκαν μέσα σε έναν παροξυσμό βίας χωρίς προηγούμενο στη μεταπολεμική Ευρώπη. Οι συγκρούσεις τελικά σταμάτησαν με μια συμφωνία ανακωχής που προτάθηκε από τον απεσταλμένο των Ηνωμένων Εθνών Σάιρους Βανς. H συμφωνία αυτή προέβλεπε επίσης την ανάπτυξη μιας ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, μέχρις ότου ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για μια πολιτική λύση.

Η τελευταία φάση του πολέμου των Σλάβων του νότου ξεκίνησε το Μάρτιο του 1992, όταν η Βοσνία Ερζεγοβίνη με ηγέτη τον Αλία Ιζετμπέκοβιτς αποφάσισε με δημοψήφισμα να κηρύξει την ανεξαρτησία της. Ακολούθησε αμέσως ένα άλλο (παράνομο) δημοψήφισμα που οργανώθηκε από τους Σέρβους της Βοσνίας. Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν αρχικά σαν ένας αγώνας για εδαφική κυριαρχία ανάμεσα σε Σέρβους και Κροάτες, με την πρόθεση να διχοτομήσουν και να μοιραστούν την Βοσνία Ερζεγοβίνη, ένα ενδεχόμενο στο οποίο αντιδρούσαν οι Μουσουλμάνοι. Ο πόλεμος εξελίχθηκε από Σερβο-Κροατική σε Σερβο-Μουσουλμανική σύγκρουση και τελικά στη σημερινή κατάσταση, κατά την οποία οι Σερβικές δυνάμεις επιχειρούν να καταλάβουν το Σεράγεβο, μια τραγική πόλη στην οποία άνθρωποι και των τριών εθνοτήτων βρίσκονται κάτω από πολιορκία από τον Απρίλιο του 1992. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας οι Σέρβοι γρήγορα απέκτησαν εδαφική κυριαρχία, πρόσφατα όμως (Δεκέμβριος 1992) οι Μουσουλμάνοι είχαν σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες και διέπραξαν και αυτοί σε αντίποινα φρικαλεότητες σε βάρος σερβικών χωριών.
 

Η πιθανή εμπλοκή των γειτονικών χωρών

Υπάρχουν φόβοι ότι η σύγκρουση μπορεί να επεκταθεί προς το Νότο και κυρίως στο Κοσσυφοπέδιο και στην Αλβανία. Το Κοσσυφοπέδιο είναι επαρχία της Σερβίας η οποία, παρά την ιστορική σημασία που έχει για τους Σέρβους (βλ. πιο πάνω), κατοικείται κυρίως από Αλβανούς και διοικείται από τη Σερβία σαν να αποτελούσε περίπου μια αποικία της. Το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου έχει μεγάλη εθνική σημασία για όλους τους Αλβανούς. Ο μόνος λόγος που αποτρέπει την εξέγερση ενάντια στους Σέρβους είναι η προοπτική μιας στρατιωτικής συντριβής από την κατά πολύ ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή της Σερβίας. Είναι αυτονόητο ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για μακροχρόνια ειρήνη στην περιοχή.

Η Μακεδονία αποτελεί μια ακόμα πτυχή του Βαλκανικού εφιάλτη. Το όνομά της, που προέρχεται από το περίφημο αρχαίο βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αναφερόταν σε μια ευρύτερη περιοχή που κάλυπτε μέρος της σημερινής Βουλγαρίας, της Ελλάδας και βέβαια της πρώην Γιουγκοσλαβικής επαρχίας της Μακεδονίας. Η χώρα αυτή κατοικείται κυρίως από ένα σλαβικό λαό που έφτασε στην περιοχή αυτή από τον έβδομο αιώνα και του οποίου η γλώσσα έχει ομοιότητες με τα βουλγαρικά. Υπάρχει επίσης μια σημαντική αλβανική μειονότητα. Στις αρχές του 20ου αιώνα η Βουλγαρία και η Ελλάδα βρέθηκαν αντιμέτωπες, πρώτα στον τομέα της προπαγάνδας και αργότερα διεξάγοντας έναν αιματηρό αγώνα για τον έλεγχο της περιοχής της Μακεδονίας. Τότε, όπως συνέβη και με τη σύγχρονη διαμάχη, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ξεκίνησαν διαβουλεύσεις, πολύ αργά όπως συνήθως, και το 1903 προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την ειρήνη στην ταραγμένη περιοχή συγκροτώντας μια διεθνή αστυνομική δύναμη. Ωστόσο, η αιματοχυσία συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμα.

Η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία ήταν η μόνη Δημοκρατία της Ομοσπονδίας που ικανοποιούσε όλα τα κριτήρια που έθεσε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την αναγνώριση των νέων κρατών. Έχει μέχρι τώρα μια ισχυρή εθνική ταυτότητα και κυβερνάται από το μετριοπαθή Κίρο Γκλιγκόροφ. Εν τούτοις δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί, εξαιτίας της αντίθεσης της Ελλάδας. Η Ελλάδα (μαζί με τη Βουλγαρία) αμφισβητεί την ύπαρξη ενός Σλαβικού Μακεδονικού λαού και κυρίως ισχυρίζεται ότι το όνομα «Μακεδονία» ανήκει σε αυτήν αποκλειστικά. Ο συγγραφέας του άρθρου αυτού, αν και ελληνικής καταγωγής, διαφωνεί πλήρως με αυτή την άποψη και θα χρησιμοποιήσει τον όρο Σλαβική Μακεδονία στη συζήτηση αυτή. Το ζήτημα αυτό ξύπνησε τον ελληνικό εθνικισμό, μια αντίδραση που είναι πλέον πολύ συνηθισμένη στην περιοχή των Βαλκανίων. Αν και υπάρχουν στη Σλαβική Μακεδονία μερικοί ακραίοι εθνικιστές με εδαφικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας, εκτός Ελλάδας λίγοι είναι αυτοί που πιστεύουν ότι αυτό δικαιολογεί τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες που έχει η μη-αναγνώριση από μέρους της Ελλάδας και το εμπάργκο που έχει επιβάλλει στο νέο κράτος που μόλις προσπαθεί να ορθοποδήσει. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι αυτή η κρίση δε θα εξελιχθεί σε ανοικτή σύγκρουση. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι η Τουρκία καταβάλλει πρόσφατα προσπάθειες να επεκτείνει την επιρροή της στην περιοχή. Η Τουρκία είναι η βαλκανική χώρα που τρέφει τη μεγαλύτερη συμπάθεια για τη Βοσνία λόγω ιστορικών δεσμών (βλ. πιο πάνω) και κοινής θρησκείας. Μπορεί επίσης να βρει στη σημερινή κρίση μια ευκαιρία να ενισχύσει τη στρατηγική και οικονομική της θέση στην περιοχή. Αν και είναι απίθανο να αναμιχθεί η Τουρκία στο πρώτο στάδιο μιας νέας σύγκρουσης, οι σχέσεις της με την Ελλάδα είναι τόσο άσχημες τα τελευταία εκατό χρόνια, που λίγοι θα εκπλήσσονταν εάν ξέσπαγε ένας πόλεμος ανάμεσα στις δύο χώρες.
 

Επίλογος

Ο τελευταίος πόλεμος των Σλάβων, που κυριαρχείται από τη σύγκρουση Σέρβων και Κροατών, δείχνει πόσο βαθύ είναι το μίσος που έχει τις ρίζες του στην ιστορία των λαών, πόσο εύκολα επηρεάζονται οι φοβισμένοι πληθυσμοί από την εθνικιστική προπαγάνδα και πείθονται να πάρουν τα όπλα, πόσο αμαθείς και ιστορικά ανώριμοι είναι οι λαοί της περιοχής. Ό,τι φαίνεται καθαρή τρέλα σε έναν εξωτερικό παρατηρητή, γίνεται αντιληπτό στο εσωτερικό σαν ιστορική αναγκαιότητα ή σαν ιερός αγώνας.
Ακολουθώντας μια λιγότερο συναισθηματική θεώρηση, πρέπει να εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο που παρουσιάστηκε εδώ σύμφωνα με τη θεωρία που υποστηρίζει ότι η νοοτροπία των ομάδων και των εθνών είναι σε μεγάλο μέρος υπεύθυνη για τους πολέμους.

Η θεωρία αυτή έχει υποστηριχτεί από ιστορικούς όπως ο J.M. Winter και ο M. Howard και έχει παρουσιαστεί πρόσφατα με συνοπτικό τρόπο από τον N. C. Hughes-Jones. Εν συντομία, υποστηρίζεται ότι οι άνθρωποι υιοθετούν μια σειρά από πολιτιστικές στάσεις που επιβεβαιώνουν τις αξίες της ομάδας στην οποία εντάσσονται και προσδιορίζουν το βαθμό της εχθρικότητας τους έναντι γειτονικών ομάδων. Το ενδεχόμενο του πολέμου οφείλεται σε μια (συλλογική) διανοητική διαδικασία κατά την οποία η κουλτούρα της ομάδας (ή φυλής η και θρησκείας) γίνεται αντιληπτή ως ανώτερη, ενώ οι γειτονικές ομάδες αντιμετωπίζονται εχθρικά. Από τα όσα αναφέρθηκαν εδώ είναι φανερό ότι η ιστορία των Βαλκανίων προσφέρει ένα μεγάλο αριθμό καταστάσεων που μπορεί να επιλεγούν και να ερμηνευτούν για να «αποδείξουν» ότι καθένας από τους λαούς της περιοχής υπήρξε αθώο θύμα καταπίεσης, ενισχύοντας έτσι την φυλετική ιδεολογία. Αυτό πράγματι παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό.

Ο πόλεμος κάποια μέρα θα τελειώσει. Για εμάς, το μάθημα που θα αποκομίσουμε πρέπει να είναι ότι, σε καιρό ειρήνης, οφείλουμε να δίνουμε λύσεις σε όλες τις υποβόσκουσες αιτίες σύγκρουσης. Θα πρέπει επίσης να μάθουμε πώς γίνονται αντιληπτές οι στάσεις και οι ενέργειες του δικού μας έθνους από την πλευρά ενός εξωτερικού παρατηρητή. Εάν εξετάζουμε τα πράγματα μόνο από τη δική μας σκοπιά, είναι πιθανό να παραβλέπουμε τη συλλογική μας πλάνη, κάτι που συμβαίνει στην περίπτωση των Σέρβων (αλλά και πολλών άλλων λαών).
 
 

Βιβλιογραφία

 
  1. Ferdinand Schevill, "A History of the Balkans", 1991 Dorset Press. Αρχικά εκδόθηκε στη δεκαετία του 1920 σαν 'History of the Balkan Peninsula'.
  2. L'EXPRESS, Semaine du 25 Juin au 1Juillet 1992 - Numero Special Yougoslavie (διάφορα άρθρα & συγγραφείς)
  3. Misha Glenny, "The fall of Yugoslavia", Penguin 1992.
  4. N.C. Hughes-Jones, "Yugoslavian Strife and the Causes of Wars" (Editorial), Medicine and War, Vol 8, No 2, April - June 1992, p 71 -73.
  5. Jaques Girandon, "Qui a peur de la Macedoine ?", L'EXPRESS, 22 Janvier 1993, No 2167, p 48 - 53.
  6. Ανωνύμου, "Πεθαίνοντας Για Τη Σερβία - Ένας Λαός Ορθόδοξος, Ενωμένος Μπροστά στην Απειλή του Αφανισμού και Όρθιος Μπροστά στη Θανατική Καταδίκη της Κοινότητας." Ελεύθερος Τύπος, 5 Μαρτίου 1993
  7.  B. Milosevic, "Serbia Short of a Miracle", The Guardian, 11 December '92
  8. I . Mather, "Sebia: Now West fears the worst", The European, 23-27 December '92
  9. Y. Chazan, "10,000 Serb peasants flee deadly Muslim advance", The Guardian, 29 Decembrer '92
  10. (? Anonymous) "Avert Armagedon" (Editorial), The European, 3 - 6 December '92


Ο Μιχάλης Μουτούσης σπούδασε φυσική στο Imperial College στο Λονδίνο και ιατρική στο Charing Cross και στην Ιατρική Σχολή του Westminster, από όπου αποφοίτησε φέτος το καλοκαίρι [1993]. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εφαρμογή της θεωρίας των δυναμικών συστημάτων στη νευροβιολογία. Γεννήθηκε σε οικογένεια στρατιωτικών, θαυμάζει το θάρρος και την αφοσίωσή τους, αλλά διαφωνεί πλήρως με τη νοοτροπία τους. Είναι μέλος του CND από το 1985 και του MEDACT από την ίδρυσή του.
Αλληλογραφία: 27 Tournay Road, Fulham, London, SW6 7 UG. [Διεύθυνση όταν γράφτηκε το άρθρο - δεν ισχύει πλέον]